Εις μνήμην Αναστασίου Α. Βερνάρδου Αντιεισαγγελέα Αρείου Πάγου......................................
σελίδες του περιοδικού "ΥΦΟΣ"......................
1928 -1989 Αναστάσιος Βερνάρδος, Έλληνας νομικός και φιλόσοφος.
Την 23 Ιανουαρίου 1989 ο Αναστάσιος Βερνάρδος δολοφονήθηκε από την τρομοκρατική οργάνωση 1η Μάη σε απόσταση πενήντα μέτρων από το σπίτι του. Ήταν η επομένη ημέρα της ονομαστικής του γιορτής.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΣ ΜΑΡΚΑΡΙΖΕ

  Για τον Αναστάσιο Βερνάρδο γράφει ένας φίλος του γιατρός από το Σιδηρόνερο Δράμας  

Δεν είναι έτσι αυτό το ρητό, αυτό θα πείτε όλοι εν χορώ, είναι διαφορετικό. Δεν είναι το τέρμα του ποδοσφαίρου, δεν είναι το μαρκάρισμα -αντικανονικό βέβαια – αλλά είναι το « τέλος » και ο μακαρισμός. Λοιπόν θα έχετε απόλυτο δίκαιο, το να σας παραπλανήσω ήταν μάλλον ανόητο, ήξερα εκ των προτέρων ότι θα καταλαβαίνατε την ας την πούμε « απάτη ». Αλλά θυμόμουνα την παράφραση αυτή που την είχα ακούσει για πρώτη και μοναδική φορά από έναν παλιό φίλο που έπεσε μετά από τριάντα χρόνια θύμα τρομοκρατών, και έτσι την έβαλα για να θυμηθώ λίγο και τα παλιά. Ποιός ήταν τώρα ο παλιός εκείνος φίλος; Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Βερνάρδος, με τον οποίο « υπηρετούσαμε » μαζύ στο ορεινό Σιδηρόνερο προ αμνημονεύτων ετών, αυτός σαν ειρηνοδίκης, εγώ σαν γιατρός.

Λοιπόν, όντως το ρητό λέει : « Μηδένα προ του τέλους μακάριζε », που όπως όλοι καταλαβαίνετε, σημαίνει « Να μην θεωρείτε ευτυχισμένο κανέναν, πριν δείτε τα τελευταία χρόνια του, τις τελευταίες ημέρες του ». Αντίστοιχο λαϊκό ρητό είναι το ελληνικό επίσης : « Καλά υστερνά », που αποδίδει ακριβώς την ίδια, απαράλλαχτη έννοια.
Σ΄αυτόν τον κόσμο ζούνε δισεκατομμύρια άνθρωποι. Και από αυτούς, αυτοί που είναι επώνυμοι, που βρίσκονται ψηλότερα απ΄ τους άλλους, που έχουν μιά θέση περίβλεπτη, είναι ένα ασήμαντο ποσοστό. Και από αυτούς, ελάχιστοι είναι οι « κορυφές » που υψώνονται πολύ πάνω από τις μεγάλες μάζες. Είναι οι άρχοντες των εθνών, οι κυβερνήτες τους, οι οικονομικοί γίγαντες που έχουν τα πάντα ενώ οι πολλοί, τα τεράστια πλήθη δεν έχουν κυριολεκτικά τίποτα. Αυτή η κατάσταση υπήρχε από χιλιάδες χρόνια, έγινε ακόμα πιό έντονη τους τελευταίους καιρούς.
Όταν βλέπεις αυτούς τους « μεγάλους » – έτσι μας λέει το ρητό αυτό – να μην τους ζηλεύεις, να μην θεωρείς ότι είναι και θα είναι για πάντα, μέχρι να φύγουν απ΄αυτόν τον κόσμο, οι πιό ευτυχείς άνθρωποι που υπάρχουν πάνω στην επιφάνεια της γής. Όλα όσα έχουν τώρα στη διάθεσή τους, δύναμη, εξουσία, πλούτη, υγεία και άλλα παρόμοια, είναι αυτής της στιγμής, αυτής της χρονιάς, αυτής της εποχής. Το πώς θα είναι μετά από λίγο ή πολύ καιρό, το πώς θα είναι τους τελευταίους καιρούς της ζωής τους, κανενας δεν το ξέρει. Μονάχα όταν δεις πώς πέρασαν τους τελευταίους καιρούς τους στη ζωή τους, μόνο τότε θα μπορείς να τους θεωρήσεις ότι πραγματικά υπήρξαν ευτυχισμένοι, ότι έζησαν καλά, ότι θα μπορούσε κανείς να τους ζηλεύει.
Είναι γνωστή η ιστορία του Κροίσου, βασιλιά της Λυδίας, που είχε πολλά πλούτη και ότι άλλο επιθυμεί ο άνθρωπος. Και κάποτε ήλθε ο βασιλιάς της Περσίας Κύρος και νίκησε τον στρατό του και έπιασε και τον ίδιο αιχμάλωτο. Η ιστορία – ή μάλλον ο θρύλος – λέει ότι όταν ο Κύρος τον ανέβασε πάνω σε ένα σωρό από ξύλα για να τον κάψει, ο Κροίσος φώναξε τρεις φορές « Σόλων, Σόλων, Σόλων ! ».
Ο Κύρος άκουσε αυτά που είπε ο Κροίσος, και τον ρώτησε τι σήμαιναν αυτά. Ο Κροίσος του διηγήθηκε τότε μιά ιστορία. Είχε έλθει -είπε -στο βασίλειό μου κάποιος σοφός άνθρωπος που τον έλεγαν Σόλωνα, ήταν νομοθέτης στην Αθήνα. Του έδειξα όλα τα πλούτη που είχα, όλα τα καλά του κόσμου, τις όμορφες γυναίκες μου, τα παλάτια μου. Κι αφού τα είδε όλα αυτά, τον ρώτησα : « Λοιπόν, τι λές για μένα, Σόλωνα, τώρα που τα είδες όλα αυτά τα πράγματα που έχω ; ». Και αυτός ο Σόλωνας μου απάντησε : « Μηδένα προ του τέλους μακάριζε ». Και τώρα που κατάντησα σ΄ αυτή την κατάσταση, θυμήθηκα τα λόγια του Σόλωνα, και κατάλαβα ότι είχε δίκαιο, ενώ τότε τον είχα πάρει στ΄αστεία ».
Η περίπτωση του Κροίσου – αληθινή ή απλός θρύλος – εφαρμόζεται σε ένα τεράστιο αριθμό από ανθρώπους. Αυτούς που έχουν τα πολλά αγαθά, αυτούς που- όπως είπαμε -κυβερνούν τους λαούς, αυτούς που κολυμπούν στα πλούτη και στα δισεκατομμύρια – Ευρώ εννοείται – σε όλους τους ευνοημένους από την « τύχη ». Και μπορούμε να πάρουμε εντελώς δειγματοληπτικά, μερικές τέτοιες περιπτώσεις για να επαληθεύσουμε του λόγου το αληθές.
Ηταν ένας μεγάλος και τρανός άνθρωπος στην αρχαία Ρώμη, λίγα χρόνια πριν από την εποχή του Χριστού. Ο άνθρωπος αυτός ήταν μέγας πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, έκανε εκστρατείες και κατακτητικούς πολέμους και όλα αυτά στέφθηκαν από απόλυτη επιτυχία. Ηταν ο Ιούλιος Καίσαρας, ίσως η μεγαλύτερη προσωπικότητα που έβγαλε η αρχαία Ρώμη. Ηταν οι τελευταίες μέρες της Ρωμαϊκής δημοκρατίας. Η δημοτικότητα του Ιούλιου είχε φτάσει στο ζενίθ της, και ο άνθρωπος καβάλλησε το καλάμι, θέλησε να γίνει βασιλιάς, αιώνες αρκετούς μετά την κατάργηση της βασιλείας στη Ρώμη.
Του έλεγαν να βάλει το σκήπτρο στο κεφάλι του, αλλά έκαμνε ότι δεν ήθελε, τραβάτε με κι ας κλαίω δηλαδή. Αλλά το είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να γίνει βασιλιάς ή – και γιατί όχι – και αυτοκράτορας, δηλαδή οι άλλοι που είχαν γίνει αυτοκράτορες είχαν κέρατα ; Και μιά μέρα, την 15 του Μαρτίου του έτους 44 π.Χ. ξεκίνησε να πάει στη σύγκλητο για λόγους που δεν τους ξέρω, ίσως για να εκφωνήσει κανένα βαρυσήμαντο λόγο για κάποιο σημαντικό ή ασήμαντο θέμα. Αλλά λίγο πριν φτασει στη σύγκλητο, ένας γεροντάκος ζητιάνος, του φώναξε : « Ρε σύ, Ίούλιε, να φοβάσαι τους Ειδούς του Μαρτίου ». ( Οι Ειδοί του Μαρτίου ήταν μιά Ρωμαϊκή γιορτή, ακριβώς την ίδια μέρα, 15 Μαρτίου ). Ο Ιούλιος δεν έδωσε σημασία στην προειδοποίηση του ζητιάνου, που φαίνεται ότι κάτι είχε έλθει στ΄ αυτιά του για κάποια συνομωσία. Και ύστερα – αν άκουσε την προειδοποίηση αυτή – μπορεί να είπε : « Αυτό μας έλειπε τώρα, να ακούμε και τις σαχλαμάρες των ζητιάνων ». Και προχώρησε στο κτίριο της συγκλήτου, και εκεί τον μαχαίρωσαν ο Κάσσιος και άλλοι τινές, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός φίλος του, ο Βρούτος. Μεγάλη δόξα απόκτησε ο Ιούλιος, και με την Κλεοπάτρα τα έμπλεξε ο μασκαράς, αλλά δεν ήξερε την παροιμία « καλά υστερνά ».
Μεγάλη δόξα και πολλά πλούτη, είχε λίγο αργότερα και ο ανεψιός του Ιούλιου Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος, ωραίος νεανίας που πήγε κι έμπλεξε κι αυτός -μετά από το θείο του – με την ίδια γυναίκα, την Κλεοπάτρα. Την περνούσε ζωή και κότα ο Αντώνης με την Κλεοπάτρα, είχε γίνει κι αυτός σχεδόν ένας ανατολίτης βασιλιάς. Αλλά πήγε και βρήκε το μπελά του στο Άκτιο, εκεί κοντά στην Πρέβεζα, όπου τον νίκησε σε ναυμαχία ο Οκταβιανός Αύγουστος, που πρωτύτερα ήταν φίλος του και ύστερα έγινε εχθρός του. Ο νικημένος Αντώνης γύρισε στην Αίγυπτο, όπου όμως τον βρήκαν άνθρωποι του Οκταβιανού – όλοι πάνε με το νικητή – και τον σκότωσαν τον άνθρωπο. Κι όσο για την Κλεοπάτρα με τα μεγαλεία της, την πήγαν στη Ρώμη για να την κάνουν παρέλαση για τα επινίκεια, αλλά προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να παρελάσει, δεν θα γίνουμε και ρεζίλιδες των σκυλιών, έτσι φαίνεται να είπε η βασίλισσα που πρωτύτερα είχε μεγαλεία αλλά το ρητό λέει : « Μηδένα προ του τέλους μακάριζε ».
Τρεις αιώνες νωρίτερα, μεγάλα κατορθώματα και μεγάλη δόξα είχε ο δικός μας ο Αλέξανδρος, σε δέκα χρόνια πήρε τόσα μέρη που δεν τα παίρνει κανείς ούτε σε τριάντα. Τον προσκύνησαν λαοί πολλοί, ήταν μέγας και τρανός. Και θα έμενε για αρκετές δεκαετίες έτσι, αν δεν έμπαιναν στη μέση τα κουνούπια, έτσι διάβασα προ πολλού καιρού σε κάποιο έντυπο. Όταν ήταν στη Βαβυλώνα αρρώστησε, και φαίνεται από τα συμπτώματα, ότι είχε ελονοσία. Τρέχουν οι γιατροί, κάνουν το ένα ματζούνι μετά το άλλο, τίποτε, η κατάσταση δεν έπαιρνε γιατρειά. Και κάποια στιγμή – έτσι λέει ο Πλούταρχος – είπε ο Αλέξανδρος : « Πεθαίνω εξ αιτίας των πολλών γιατρών ». Και δεν είχε άδικο, οι πολλοί γιατροί είχαν προστριβές μεταξύ τους για το τι έπρεπε να κάνουν, και τον φάγανε οι ανεπρόκοποι τον άνθρωπο, σε ηλικία μόλις τριαντατριών χρόνων.
Αρχές του εικοστού αιώνα, και ο πιό σημαντικός άνθρωπος στη Ρωσία, ήταν ο Ρασπούτιν, εκείνος ο διαβολοκαλόγερος ο ψηλός με την αγριωπή φάτσα και τα μακρυά γένεια. Κάτι ξέρετε όλοι για τον άνθρωπο αυτό που έφερε τα πάνω κάτω στη Ρωσία πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη διάρκειά του. Αυτός ήταν που κυβερνούσε τη χώρα αυτή την αχανή, έκαμνε ότι ήθελε τους Τσάρους και τους υπουργούς, όλοι τον φοβόντουσαν και έκαμναν ότι αυτός ήθελε. Αλλά τα υστερνά του ήταν πολύ άσχημα. Τα έχω πεί σε κάποιο άλλο χρονικό αυτά που έγιναν, βαρυέμαι να τα επαναλάβω.
Πριν και από τον Ρασπούτιν, έναν αιώνα νωρίτερα, όλη η Ευρώπη δόξαζε και τιμούσε το μεγάλο Κορσικανό στρατηλάτη, το Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Ο άνθρωπος αυτός που είχε εκπληκτικές στρατηγικές αρετές, νικούσε όπου κι αν πήγαινε κι όποιον εύρισκε μπροστά του, είχε καταστεί το φόβητρο όλων των Ευρωπαίων αντιπάλων του. Και κάποια στιγμή, του ήλθε στο μυαλό, εκεί που ήταν ο στρατηγός της δημοκρατίας, να το γυρίσει το πράγμα και να γίνει αυτοκράτορας. Μάλιστα, να γίνει αυτοκράτορας σε μιά χώρα που ποτέ της δεν είχε αυτοκράτορες, μόνο βασιλιάδες είχε να παρουσιάσει μέχρι τότε.
Εγινε λοιπόν και αυτοκράτορας, και δόξα και τιμές είχε ακόμα περισσότερες. Αλλά σε λίγα χρόνια, το πράγμα άρχισε να στραβώνει. Λέει ο αυτοκράτορας : Δεν πάω να δώσω ένα καλό μάθημα σ΄εκείνους τους χαχόλους τους Ρώσους που μου παριστάνουν τον καμπόσο, και σ΄εκείνον τον στρατηγό τους τον μονόφθαλμο, τον Κουτούζωφ, που επειδή νικούσε τους Τουρκαλάδες, νομίζει ότι μπορεί να τα βάλει και μαζύ μου ;
Ξεκινάει λοιπόν ο δικός σου, και αφού κάμνει καμμιά χιλιάδα χιλιόμετρα από τα Ρωσικά σύνορα, βρίσκει τη Μόσχα κάρβουνο, την είχε κάψει ολόκληρη ο μασκαράς ο Κουτούζωφ. Ξύλα για τις θερμάστρες δεν υπάρχουν, τα καλοριφέρ δεν δουλεύουν, τα κλιματιστικά άς τα να πάνε στο καλό. Αναγκάζεται ο Κορσικάνος να πάρει το δρόμο του γυρισμού μέσα στο κατάχείμωνο. Το κρύο είναι πολύ βαρύ, οι Γάλλοι δεν είναι συνηθισμένοι σε τέτοιο καιρό. Όταν επιστρέφει στη βάση του και πάει να μετρήσει τους στρατιώτες του, βλέπει ότι του έχει μείνει μιά φούχτα από δαύτους. Και ύστερα τον πιάνουν και τον πηγαίνουν εξορία στο νησί Έλμπα, εκεί κοντα στο Λιβόρνο της Ιταλίας. ( Το πού ακριβώς είναι το Λιβόρνο, το ξέρετε, περιττό λοιπόν να το αναφέρω ).
Πάνε οι δόξες και τα μεγαλεία. Αλλά αυτοί που τον είχαν στείλει στο νησί Έλμπα, δεν ήξεραν φαίνεται ότι από την Έλμπα μπορείς να πας κολυμπώντας στην Ιταλική στεριά. Και ο Ναπολέοντας το σκάει και βγαίνει πάλι στη Γαλλία. Καινούργιες τιμές και υποδοχές πάλι. Ο αυτοκράτορας ετοιμάζεται να δώσει μιά ακόμα μεγάλη μάχη με τους αντιπάλους του. Και τη δίνει στο Βατερλώ, στη νότια μεριά του Βελγίου. Αλλά τώρα δεν μπορεί να νικήσει τους εχθρούς, τον ξαναπιάνουν και τον στέλνουν στο κέντρο του Ατλαντικού, νησάκι κι αυτό η Αγία Ελένη, αλλά ούτε κολυμπώντας δεν μπορείς να φύγεις απ΄ εκεί, ούτε και με καράβι. Και το χειρότερο απ΄ όλα : Τον δηλητηριάζει εκεί με αρσενικό, ένας δήθεν συγκρατούμενός του, Γάλλος κι αυτός που του εκαμνε το φίλο. Και πάει ο Ναπολέοντας, πάει και η δόξα του. Ούτε τους Ναπολέοντες μπορείς να μακαρίζεις σ΄αυτόν τον κόσμο, αίσχος δηλαδή.
Για τον Αδόλφο, τον άνθρωπο που τον έτρεμε ολόκληρη η Ευρώπη κι όλος ο κόσμος, τα ξέρετε όλα, το ίδιο και για τον Μουσσολίνι, περιττό να πολυλογούμε γι αυτούς. Και για τον τρανό Ρουμάνο, τον Τσαουσέσκου, δεν χρειάζεται να τα πούμε, είναι όλα γνωστά. Και όλοι αυτοί – και πάμπολλοι άλλοι – επαληθεύουν πλήρως τα ρητά που αναφέρθηκαν. Κι ακόμα ένα : Ότι « πίσω έχει η αχλάδα την ουρά ».
Αυτό το θέμα με άλλο τίτλο, τα « καλά υστερνά », το έχουμε διαπραγματευθεί και νωρίτερα, στην ίδια συλλογή, αλλά επειδή έχουν παραλειφθεί πολλά παραδείγματα στην πρώτη διαπραγμάτευση που μου ήλθαν τώρα στο μυαλό – αν υποθέσουμε ότι έχω μυαλό – είπα να επανέλθω στο θέμα. Και εν πάση περιπτώσει, δεν βλάπτουν και οι επαναλήψεις κάποιων πραγμάτων, αν αυτές μπορούν να μας κάνουν κάπως σοφότερους.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Εικοσιπέντε χρόνια συμπληρώθηκαν σήμερα 23 Ιανουαρίου 2014 από την δολοφονία του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Βερνάρδου

Το 1989, η ''17 Νοέμβρη'' κάνει νωρίς την εμφάνισή της. Στις 10 Ιανουαρίου, ημέρα πάλι Τρίτη, ο εισαγγελέας Κώστας Ανδρουλιδάκης πυροβολείται στα πόδια, έξω από το σπίτι του, στη Ζωοδόχο Πηγή της Αθήνας. Τελικά, μετά από πολυήμερη δραματική πάλη με το θάνατο και ύστερα από αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις που τον ακρωτηριάζουν προοδευτικά, ο εισαγγελέας θα υποκύψει. Το πιθανότερο είναι ότι η οργάνωση δεν επιθυμούσε το θάνατό του αν κρίνουμε από προηγούμενα χτυπήματά της.
Σε οκτώ μόλις μέρες, η οργάνωση τραυματίζει πάλι στα πόδια και τον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ταρασουλέα σε μια επίθεση ''φωτοαντίγραφο'' της αμέσως προηγούμενης.

Ένας ακόμα εισαγγελέας θα γίνει στόχος επίθεσης μέσα στον Ιανουάριο του 1989. Είναι ο Αναστάσιος Βερνάρδος, που όμως εκτελείται, κοντά στο σπίτι του κι αυτός. Οι πέντε σφαίρες που δέχτηκε στο στήθος δεν αφήνουν αμφιβολίες για την πρόθεση των δραστών. Αυτοί οι τελευταίοι είναι δυο και απομακρύνονται με μοτοσυκλέτα. Στο σημείο της δολοφονίας βρέθηκε προκήρυξη της 1ης Μάη, που ανέλαβε την ευθύνη.

Αθηναίος δημοσιογράφος κάνει μελαγχολική διαπίστωση: η ''17 Νοέμβρη'' τραυματίζει εισαγγελείς. Η 1η Μάη τους σκοτώνει''.

Μέσα στο Μάιο του ίδιου χρόνου γίνεται απόπειρα κατά του πρώην υπουργού Γιώργου Πέτσου. Η ''17 Νοέμβρη'' αναλαμβάνει την ευθύνη, ενώ υπάρχουν σχόλια που θέλουν την οργάνωση να έκανε θεληματικά αποτυχημένη την απόπειρα, ίσως για λόγους εκφοβισμού.......